Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Απριλίου 22

Ο Τάσος Βλάχος

      Είναι παράξενο, αλήθεια, πώς κάποια πράγματα ξεκινάνε σαν μια τυπική διαδικασία και τελικά καταλήγουν να σε στιγματίζουν. Να αφήνουν εικόνες στο μυαλό σου χαραγμένες βαθιά και να το ταλαιπωρούν με σκέψεις, που φέρνουν άλλες σκέψεις και άλλες εικόνες, ξανά και ξανά και ξανά. Χτυπιέται ώρες ώρες ο νους και δίνει μάχη, και μείς δεν τον ελέγχουμε. Μόνο παρακολουθούμε, αναρωτιόμαστε, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι ταυτόχρονα του δίνουμε τροφή, ότι είναι κάτι πάνω από μας. Ότι υπάρχουν πτυχές του εγώ μας ευαίσθητες, που πνίγονται από τον συνειδητό εαυτό μας, άξιο εκπρόσωπο της μαραμένης λογικής αυτού του κόσμου. Του κόσμου που άφησε, το Μ. Σάββατο ξημερώματα, ο Τάσος Βλάχος.
        Ξεκινήσαμε λοιπόν για την εκκλησία κάπως έτσι, ανυποψίαστα. Ήθελα να πάω να τον χαιρετίσω τον άνθρωπο αυτόν, να του αποδώσω ένα αντίο για τις τόσες φορές που με σήκωσε μικρό στα πόδια του χωρίς να το θυμάμαι. Τον ήξερα λιγότερο απ’ ότι με ήξερε εκείνος, που με είδε να αντρώνομαι, να τον ξεπερνάω στο μπόι, να τον βοηθάω στις δουλειές, και στο τέλος να μην τον αφήνω πια να σηκώνει παρά μονάχα τα ελαφριά, όχι για να γλιτώσω χρόνο από το ξεφόρτωμα αλλά για να νιώθει λίγο χρήσιμος και αυτός. Δεν το έλεγα όμως. Θυμάμαι του έλεγα ‘’Έλα ρε συ Τάσο, βοήθα με λίγο’’ και του έδινα να πάρει τις χαρτοπετσέτες ή κάνα κουτί σοκοφρέτες, τα ελαφριά, ίσα ίσα για να πείσει τον εαυτό του ότι είναι παλικάρι ακόμα, ότι μπορεί να κουβαλήσει. Δεν είμαι σίγουρος, αλλά νομίζω το πετύχαινα.
      Όταν μπήκα στην εκκλησία είδα αυτό που περίμενα. Λιγοστό κόσμο, το άψυχο σώμα βυθισμένο σε λουλούδια, μια λαμπάδα… Δεν θυμόμουνα ότι βάζανε λαμπάδα αναμμένη αντικριστά στον νεκρό. Ήταν αλλόκοτη εκεί πέρα, όρθια και ψηλή, και έδινε έναν μακάβριο τόνο, βαρύ και επιβλητικό σε αντίθεση με το ανάλαφρο, ηλιόλουστο πρωινό.
     Είχα σταθεί όρθιος, δίπλα στον πατέρα μου και κοίταζα τις γυναίκες, τους άντρες, όλους. Ήθελα να δω το ύφος τους, να πάρω αν υπήρχε κάτι αληθινό από τα πρόσωπά τους, μια έκφραση σμιλεμένη από κάποιο βαθύ συναίσθημα, σαν αυτά που φυτεύει καμιά φορά στη ψυχή με το έτσι θέλω μία ανάμνηση αόριστη, μακρινή, που ξεπετάγεται από τα σκοτάδια και στέκεται ολοζώντανη και αναλλοίωτη κάτω από το μυστήριο μάτι του μυαλού.
     Που να βρεθεί όμως, όταν ένας άνθρωπος φεύγει ολομόναχος, χωρίς γονείς, χωρίς παιδιά και χωρίς αδέρφια; Που να βρεθεί όταν, ανέλπιστα, η λειτουργία είναι χαρμόσυνη και όχι θλιμμένη όπως νόμιζα. Ήταν λόγω του Πάσχα είπε ο παπάς. Γιατί λέει, έχει καθιερωθεί, την εβδομάδα μετά την Κυριακή του Πάσχα οι λειτουργίες αυτές να είναι χαρμόσυνες, λόγω της αναστάσεως του Χριστού. Έκανε λοιπόν ο παπάς τη λειτουργία του και από πίσω έψελνε ο κυρ- Γιώργος συχνά πυκνά το ‘’Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασιν, ζωήν χαρισάμενος’’. 
     Δεν ξέρω από λειτουργίες, ποτέ δεν ήμουνα πολύ της εκκλησίας, όμως το έψελναν τόσο συχνά που περισσότερο ήταν λες και ήμασταν σε δευτερανάσταση παρά σε κηδεία. Σκέφτηκα, προς στιγμήν, αυτός ο Κυρ-Γιώργος να χώνεται παντού; Στο χωριό ψέλνει, ήρθε να ψάλει και δω, σε άλλη ενορία. Μεγάλος άνθρωπος, συνταξιούχος δάσκαλος, με το καπελάκι και τα στρογγυλά γυαλάκια του, μορφή τραβηγμένη από κάποιον μεταπολεμικό πίνακα ζωγραφικής ενός άγνωστου ζωγράφου που το έργο του θα αναγνωριστεί μετά θάνατον. Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, ο κυρ-Γώργος τον ήξερε τον Τάσο πιο πολλά χρόνια απ’ όσο ζω εγώ. Δεν υπήρχε άλλος καταλληλότερος για το ρόλο του ψάλτη, μη γελιόμαστε.
     Κάπως έτσι, με τέτοιες ανούσιες σκέψεις συνέχισε η λειτουργία, όταν άρχισε να μιλάει ο ιερέας, να βγάζει τον καθιερωμένο λόγο του λίγο πριν το τέλος του μυστηρίου. Παρατήρησα ότι ήταν ψευδός στο ‘’ρ’’, και αυτό, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, με έκαναν βέβαιο ότι θα δυσκολευτεί να πει κάτι αξιόλογο σε μας τους παρευρισκόμενους, να μας επιβληθεί, να μας κάνει να τον προσέξουμε και να μας αναγκάσει να κόψουμε έστω και για λίγο τον ομφάλιο λώρο που συνδέει το μυαλό μας με τον κόσμο του ανούσιου.
     Άρχισε να μιλάει για τον Αναστάση (άκου εκεί Αναστάσης, είχε πολύ πιο πετυχημένα παρατσούκλια ο Τάσος), και για το ότι, απ’ όσο έμαθε, ήταν καλός άνθρωπος. Ότι είχε άκακη ψυχή. Ότι, σε αντίθεση με τους περισσότερους ανθρώπους σήμερα, δεν κυνήγησε τα υλικά αγαθά, ούτε υπήρξε άπληστος. Άρχισε να μην με ενοχλεί ο τρόπος που μίλαγε ο παπάς. Γιατί τα έλεγε ωραία. Και πάνω απ’ όλα, έλεγε αλήθειες. Γιατί έτσι ήταν ο Τάσος, άκακος. Δούλευε στον παππού μου, για 3-4 μήνες, έναν χρόνο  κάποιες φορές, και μετά εξαφανιζόταν. Για κανέναν μήνα έτρωγε τα λεφτά που είχε μαζέψει στον τζόγο, κυρίως στον τζόγο, σε μπουρδέλα, από δω και από κει. Σπίτι δεν είχε, έμενε σε μια εκκλησία. Πίσω από το κάστρο, δεν φαίνεται. Αν δεν σου πουν που είναι δεν την καταλαβαίνεις, την χρησιμοποιούσαν οι επαναστάτες στον αγώνα σαν καταφύγιο. Μόνο τώρα, μετά από χρόνια έχουν ζωγραφίσει έναν κόκκινο σταυρό με σπρέυ πάνω στον βράχο όπου βρίσκεται η είσοδος της, για να την ξεχωρίζουν οι λιγοστοί τουρίστες που την επισκέπτονται.
     Μόλις του τελείωναν τα λεφτά επέστρεφε στη δουλειά και αυτός ο κύκλος συνεχίστηκε για 40 χρόνια σχεδόν, μέχρι που στο τέλος πια τον είχε μαζέψει ο παππούς μου στο μαγαζί, τον έπλενε, τον έντυνε, του έδινε φαγητό και αυτός ψευτοβοήθαγε όσο μπορούσε. Τα μεσημέρια πήγαινε στον καφενέ του, πάντα μόνος του, όπου τις περισσότερες φορές τον έπαιρνε  ο ύπνος πάνω στην καρέκλα. Όλη του τη ζωή σε καρέκλες κοιμότανε. Λένε ότι δεν το μπορούσε το κρεβάτι, αλλά εγώ πιστεύω πως απλά δεν είχε ποτέ.
     Συνέχισε ο παπάς να λέει για το μεγαλείο της ζωής, ότι ο Θεός πήρε τον Αναστάση μαζί του στη γιορτή του γιατί ήταν αγνός άνθρωπος, για τη σημασία της αναστάσεως… και σε κάποια φάση συνεχίζει: ‘’Βλέπετε φίλοι μου, η ζωή εδώ είναι μια δοκιμασία, όχι ευχάριστη. Όταν ερχόμαστε κλαίμε, ενώ όλοι γύρω μας γελάνε από χαρά. Και όταν φεύγουμε φεύγουμε με χαμόγελο, ανακουφισμένοι, ικανοποιημένοι που αφήνουμε αυτόν τον υλικό και φθαρτό κόσμο, ενώ οι γύρω μας αντίθετα κλαίνε από λύπη..Τα πάντα εν σοφία εποίησεν ο Κύριος...’’
     Εκείνη την ώρα η φωνή αυτή ακούστηκε σαν κεραυνός που με μια δύναμη Κοσμικής αλήθειας ήρθε και μας χτύπησε όλους όσους ήμασταν εκεί, τραντάζοντας συθέμελα την συναισθηματική μας άβυσσο. Δεν ξέρω γιατί, αλλά βούρκωσα. Άρχισε το μυαλό μου να πλάθει φανταστικές εικόνες μακρινές, να βλέπω τον Τάσο να πηγαίνει προς την εκκλησία του αργά το βράδυ αφού είχε παίξει και είχε πιεί, χωρίς να έχει χάσει τίποτα, αφού για να χάσεις κάτι πρέπει να το έχεις.
      Όταν ήρθε η ώρα να αποχαιρετήσουμε τον Τάσο, πρώτος πήγε ο παππούς μου. Τον κοίταξε για λίγο με τα βουρκωμένα του μάτια, έπιασε το άψυχο κεφαλάκι του και το φίλησε. Πόσες θύμισες να είχε αυτό το φιλί; Θύμισες από εποχές χαμένες στο άπειρο του χρόνου, εποχές που δεν συναντήθηκαν με τη δική μου ποτέ. Οι μεγάλοι άνθρωποι, όταν κλαίνε, δεν ξεσπάνε σε λυγμούς, απλά βουρκώνουν. Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί, όμως όπως και να ‘χει εκπέμπουν κάτι αλλόκοτο που σε κάνει να μην μπορείς να τους κοιτάξεις. Απλά σκύβεις για να κερδίσει λίγο από τον χώρο σου ο πόνος τους. Εγώ έμεινα προς το τέλος, κοίταξα το άψυχο κορμί δήθεν σκληρά, φίλησα την εικονίτσα που είχε δίπλα και μετά έκανα πως παρατηρούσα μια εικόνα της εκκλησιάς, για να μην δούνε οι άλλοι τα βρεγμένα μάτια μου.
      Τα βήματα για την τελευταία του κατοικία ήταν βαριά από όλους. Ρίξανε λίγο χώμα πάνω του όλοι αυτοί που τον αγαπούσανε σιωπηλά, χωρίς να του το πούνε ποτέ. Ανάμεσά τους κι’ εγώ. Και έτσι απλά, λιτά και ήσυχα ο Τάσος χώθηκε στην αγκαλιά της γης που τον γέννησε, μια ηλιόλουστη μέρα στη γιορτή του. Άραγε, όσοι του έλεγαν χρόνια πολλά πέρυσι, τέτοιο καιρό, θα έκαναν κάτι παραπάνω αν ήξεραν ότι ήταν η τελευταία φορά που του το λένε;
     Νομίζω πως αν έλεγες στον Τάσο ότι τη μέρα του θανάτου του θα υπήρχε κάποιος που θα χύσει δάκρυα, θα σε κορόιδευε. Και όμως, υπήρξαμε.
     Στον γυρισμό, ένας άγνωστος που έτυχε να βρίσκεται λίγο πιο πέρα ρώτησε πώς λεγόταν ο άνθρωπος που κηδέψαμε. ‘’Τάσος Βλάχος’’, απάντησε ο θείος μου. Μέχρι αυτήν την ώρα δεν ήξερα το επίθετό του. ‘’Ζωή σε σας’’, αποκρίθηκε εκείνος και συνέχισε την ρουτίνα του. Ζωή λοιπόν, σε μας, σε σας, σε όλους. Αυτή η τόσο μικρή λέξη που περιέχει τόσο μεγάλα πράγματα.
     Καληνύχτα, Τασέλ’.

Δευτέρα, Αυγούστου 22

Sailing On!


    
         Τι ωραία βραδιά σκέφτηκα. Τι ωραίο φεγγάρι.
     Με έχει βρει να στέκομαι στο κατάστρωμα, στην άκρη του καραβιού, έχοντας ρίξει την κουκούλα από τη ζακέτα μου και ακούγοντας δυνατές μουσικές. Προς στιγμήν σκέφτηκα ότι πρέπει να φαίνομαι πολύ cool με την κουκούλα έτσι όπως τη φοράω α-λα ράπερ, και γυρνάω όλος καμάρι να μετρήσω πόσα βλέμματα έχω τραβήξει. Ούτε ένα. Χαμογελάω με μια ελαφριά ειρωνία, σχεδόν πικρία, και ξαναγυρίζω προς το μέρος του.  
     Αυτό βρίσκεται στη φυσική του θέση, ψηλά στο άφταστο. Είναι μισογεμάτο και έχει ντύσει με τις χρυσαφιές του ανταύγειες  τα παιχνιδιάρικα κύματα που αφήνει το πλοίο στο πέρασμά του. Παίρνω μια ανάσα γεμάτη κοσμική ουσία και κατακλύζομαι μέχρι τα έγκατα του εγώ μου από νοσταλγίες για το χθες και όνειρα για το αύριο. Θυμάμαι εποχές που χάθηκαν στο άπειρο έχοντας  σα θύμισες κάτι από το άγγιγμα μου. Δεν θα γυρίσουν ποτέ, όμως δεν με πειράζει. Δεν μετανιώνω που γερνάω.
    Σε μια φάση παροξυσμού, μέσα σε αυτήν την απρόσμενη ελευθερία ψυχής, αναρωτιέμαι στιγμιαία τι είναι ζωή. Δεν με πτοεί η άγνοιά μου. Ατάραχος, αφήνω λίγη ώρα να περάσει , χωρίς όμως να με αγγίξει. Βυθίζομαι σταδιακά και χωρίς να το θέλω σε μια δίνη που με φέρνει αντιμέτωπο με ελπίδες, όνειρα και προσμονές. Αν σταθείς πάνω από το καθένα λίγη ώρα ξεχωριστά θα δεις τη ζωντάνια τους, σαν σκίτσα που σιγά σιγά αποκτάνε βάθος και προοπτική.
      Όλη αυτή η διαδικασία για κάποιο λόγο με εξιτάρει. Αηδιάζω με τους απογοητευμένους που τελειώνουν το παιχνίδι πριν καν το ξεκινήσουν. Τα προβλήματα είναι για τους ζωντανούς και τα όνειρα πάντα κόστιζαν ακριβά. Για όλους, σε όλες τις εποχές. 
    Αυτό που με ανησυχεί δεν είναι η μάχη, αλίμονο. Γεννηθήκαμε για να πολεμάμε. Φοβάμαι απλώς, μήπως δεν τα προλάβω όλα. Μήπως δεν τα θέλω πραγματικά όλα. Μήπως δεν τα πραγματοποιήσω όλα. Μήπως κουραστώ. Μήπως στο τέλος δεν καταφέρω να γίνω αυτός που είμαι…
      Καθώς η βαρύτητα με επαναφέρει σταδιακά στο σιωπηλό εγώ μου νιώθω πιο δυνατός, πιο ανάλαφρος. Κοιτάζω να δω τι ώρα είναι, αλλά το θέαμα μου φάνηκε αλλόκοτο. Οι δείκτες προφανώς όλη αυτή την ώρα έκαναν την ίδια μονότονη κίνηση που κάνουν πάντα, αλλά η δική μου αίσθηση μάλλον δεν συμβάδισε. Την χαίρομαι, καλό είναι να κάνει που και που τα γούστα της.
     Γυρίζω προς το φεγγάρι. Σαν να σοβάρεψε λίγο μου φάνηκε. Έβαλε την επίσημη πορφυρή του φορεσιά και κατέβηκε προς τα κάτω, να προλάβει και αυτό τη ρουτίνα του, τον κύκλο του. Αυτή η σιωπή μας άγγιξε νομίζω και τους δύο. Κατεβαίνοντας την υγρή σιδερένια σκάλα, αφουγκράστηκα την μικρή απλή ομορφιά της στιγμής αυτής. Ίσως να περιείχε κάτι από αυτό που λέμε ζωή, ίσως να είχε κάτι από μακριά. Ίσως κάτι τέτοιες στιγμές να είναι φτιαγμένες από την ίδια ουσία που φτιάχνονται τα όνειρα, τα άστρα, το σύμπαν, ο θεός, εσύ, εγώ, ο Κόσμος όλος. Ίσως. 

Πηγή εικόνας: http://photo.net/photodb/photo?photo_id=3705059
Copyright εικόνας: Mehmet Ozgur

Παρασκευή, Οκτωβρίου 29

Walkabout


Είναι καταστάσεις που δεν ξέρεις αν θα πρέπει να τις μοιραστείς με άλλους ή όχι. Τις ντύνεις με το νυχτικό της κτητικότητας και τις βάζεις να κουρνιάσουν στα πιο ακριβά σαλόνια του μυαλού σου. Και όμως αυτές αρνούνται να κοιμηθούν ή να ξεχαστούν. Μέχρι που συνειδητοποιείς ότι όλο αυτό δεν εξυπηρετεί τίποτα, εκτός από τον εγωισμό σου. Την ανάγκη να ξέρεις πως κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό, ανήκει μόνο σε σένα. Όμως τίποτα δεν μας ανήκει, εκτός από τις αναμνήσεις μας και τα όνειρά μας.
    Όταν μου είπαν λοιπόν ότι κανόνισαν καφέ με τον Άκη,  κόλωσα. Ξέρεις, αυτό το στιγμιαίο συναίσθημα που σε κάνει να θες να πεις όχι, αλλά κάτι σε τραβάει να συνεχίσεις. Και πώς θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά με ένα άτομο που έχεις να δεις τόσα χρόνια και που σε αυτό το διάστημα έχουν γίνει τόσα πολλά.
      Με τον Άκη, όπως και με όλη την παρέα των παιδικών μου χρόνων, μοιραζόμαστε τις πιο όμορφες και αγνές αναμνήσεις. Αυτές που ξέρω πως θα τις έχω μαζί μου για πάντα, που στάθηκαν αλώβητες μπροστά στη μανία του χρόνου. Οι μικρές μας αλητείες, οι βόλτες με τα ποδήλατα στις γραφικές γειτονιές μας, οι επικίνδυνες βουτιές στις νησιώτικες θάλασσές μας. Τα πρώτα μας βήματα, οι πρώτες μας ανάσες. Αυτά έγινε για μένα, μετά από χρόνια, ο  Άκης.
       Τον συναντήσαμε στο πάρκινγκ. Δεν δέχτηκε καμία βοήθεια. Η περηφάνια βλέπεις, που την πας; Στιγμιαία σκέφτηκα, “άραγε εγω έχω έστω ένα ίχνος από αυτήν την περηφάνια;”  Έσπευσε να σπάσει τον πάγο, με ερωτήσεις που είχαν στόχο τα νέα μας αυτά τα τελευταία χρόνια που είχαμε να ειδωθούμε. Να μεγαλώνουμε μαζί σε μια τόση δα πόλη και να χανόμαστε για τόσο καιρό. Τόσο μονόχνωτοι έχουμε γίνει;
      Μέχρι να φτάσουμε στα μαγαζιά, να τρυπώσουμε και να βολευτούμε είχε γίνει η πρώτη επαφή. Το θάρρος είχε αρχίσει δειλά δειλά να εμφανίζεται και να ξεδιπλώνει τις γλώσσες μας. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποιες φράσεις που μου είπε, τις οποίες δεν πιστεύω να ξεχάσω ποτέ. Τόσο εντύπωση μου έκανε να τις ακούω από το στόμα του...Έχει περάσει ένας χρόνος από τότε που τα είπαμε, και όμως είναι σαν να μου τις χάραξε με μια ψυχρή και πονεμένη λεπίδα μέσα στο ταλαιπωρημένο από ανόητες σκέψεις μυαλό μου.
      “Όταν έπαθα το ατύχημα”, άρχισε,  “αποφάσισα να παω σε ένα ειδικό κέντρο στην Πάτρα. Η μάνα μου δεν ήθελε. Που θα πας βρε αγόρι μου στην κατάσταση που είσαι, έλεγε. Την καταλάβαινα, μάνα είναι. Αλλά ήθελα να παω, να δώσω μια ευκαιρία στον εαυτό μου. Της είπα να μείνει με τα μωρά, που την είχαν πιο πολύ ανάγκη. Έβαλα λοιπόν την βαλίτσα εδώ (και δείχνει τα λυγισμένα πόδια του) και ξεκίνησα μόνος μου. Δεν ήθελα να ταλαιπωρηθώ. Ήρθε ταξί να με πάρει από το αεροδρόμιο, και με πήγε κατ’ ευθείαν στο κέντρο. Εκεί έμαθα πολλά. Έβλεπα, άκουγα. Να μετακινούμαι, να ικανοποιώ τις βασικές μου ανάγκες.  Με βλέπεις πώς είμαι τώρα; Χρειάστηκα καμία βοήθεια στο δρόμο; Όλα αυτά, τα έμαθα εκεί πέρα.”
      Τα έλεγε αυτά ο Άκης, και γω με τον Νίκο ακούγαμε ευλαβικά. Ξέρεις, πώς κάνουν τα μωρά όταν τους λές παραμύθια με δράκους; Κάπως έτσι. Τόσο έξω από τον μικρό μας κόσμο ήταν αυτές οι καταστάσεις, που πραγματικά δεν ξέραμε αν θα έπρεπε να στεναχωρηθούμε για τον Άκη, ή να χαρούμε που δεν είχαμε την άτυχη τύχη να είμαστε στη θέση του.
      Η συνέχεια τον βρήκε με το ίδιο ήρεμο ύφος, όμως τα λόγια του ήταν σκληρά. Δεν ήταν θυμωμένα λόγια, αλλά λόγια ήρεμα, κατασταλλαγμένα. Κουβέντες που καλλιγραφούνται μυστικά και σιωπηλά στα σκοτεινά καλντερίμια του μυαλού και τα πονεμένα καταφύγια της καρδιάς. Ότι έλεγε, το πίστευε:
     “Από τα ενενήντα άτομα που ήμασταν εκεί, και για έναν χρόνο, ήμουν ο μόνος που δεν τον επισκέφτηκε ποτέ κανένας. Όλοι οι άλλοι είχαν κάποιον. Εμένα δεν ήρθε να με δει κανένας. Από τότε, έκανα όλους τους φίλους μου γνωστούς. Πλέον κοιτάω τον εαυτό μου και την οικογένειά μου. Και το κεφάλι μου δεν το βάζω κάτω για κανέναν.”
      Αυτές οι μικρές λέξεις, που φαίνονται σε τούτη τη μαύρη οθόνη σαν γράμματα συνιθισμένα, είχαν μέσα τους έναν κεραυνό. Έπεσε σιωπή. Όχι στην παρέα μας, όχι στις γύρω παρέες. Όχι στον δρόμο, ούτε στην πλατεία πιο πέρα. Αλλά μέσα μου, σιωπή. Τα λόγια αυτά δεν έχω τολμήσει καν να τα σκεφτώ, πόσο μάλλον να τα ξεστομίσω. Αλλάζει τελικά ο άνθρωπος; Αλλάζει. Και αν δεν πιστεύεις στη λέξη αλλαγή, πες το εξέλιξη. Τελικά κάτι τέτοια χτυπήματα δεν συμμαδεύουν μόνο το σώμα σου, αλλά και το πνεύμα σου.
      Μας είπε και άλλα πολλά ο Άκης, πάντα με περηφάνια. Σαν να διηγιόταν κάποιο ανδραγάνθημα πολέμου ίσως. Μας είπε ότι στην Αθήνα επί τρεις μέρες έτρωγε κύβους ζωμού γιατί φύλαγε τα λεφτά του για επισκέψεις στους γιατρούς, πώς με τον τσαμπουκά του πήγε να πάρει πίσω τις πινακίδες που του είχαν κατασχέσει λέγοντας πως το αυτοκίνητο αυτή τη στιγμή ήταν τα πόδια του. Συζητούσαμε, και όσο ξαναπερπατούσαμε την διαδρομή των παιδικών μας χρόνων, σχηματίζονταν ολοένα και περισσότερο μια ανεξάρτητη ζωντανή ύπαρξη, που είχε κάτι και από τους τρεις μας. Κάτι που μας έκανε να δούμε μέσα μας, πάνω από αυτά που μας χωρίζουν, μέσα στον πυρήνα μας, στο υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι. Και τόσο πολύ εκτυφλωτική είναι αυτή η φευγαλέα ματιά, τόσο λαμπερή που ξέρεις ότι δεν μπορεί να διαρκέσει πολύ. Όπως και έγινε. Έκανα πολύ καιρό να δω τον Άκη ξανά από τότε.
    Κατέληξα όμως αυτή τη βραδιά στο συμπέρασμα ότι τα πολύτιμα πράγματα, οι φορές που βγαίνουμε για ένα συνιθισμένο ποτό και γυρίζουμε διαφορετικοί από πριν είναι μετρημένα. Τα λόγια όμως που μυρίζουν δάκρυα και στάχτη, θα μείνουν για πάντα. Και πάντα θα μένουν.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 15

Ο Καφενές



Ήταν έντεκα το βράδυ όταν ξεκίνησα να φύγω απ'το χωριό.
-"Γιαγιά, άμα δεις το Γιώργο πες του χαιρετίσματα. Είχαμε συννενοηθεί να κάτσουμε για ένα ρακί, αλλά πέρασε η ώρα και δεν έχω τόσο όρεξη."
Άνοιξα το γκάζι, ίσως για να ξεφύγω από τις τύψεις ότι δεν κράτησα τον λόγο μου, όταν τον είδα εκεί. Καθόταν μόνος του σκυθρωπός και κοίταγε το χασαπιό απέναντι. Όμως το ύφος του πρόδιδε ότι αυτό που έβλεπε ήταν εικόνες απ'το παρελθόν και το μέλλον του, μέσα από τα μυστήρια μάτια της σκέψης.
Ο Γιώργος είναι μια φιγούρα που δεν έχεις συνηθίσει να βλέπεις. Ψηλός, αδύνατος και ατημέλητος, με τις δυσκολίες της ζωής χαραγμένες πάνω στα ροζιασμένα χέρια του. Είναι απ'την Αλβανία, ή αλλιώς Αλβανός (πόσο πιο υποτιμητικό ακούγεται, ε;) αλλά τα άσπρα σγουρά μαλλιά του και το κοκκινωπό δέρμα του τον χαρακτηρίζουν πολύ περισσότερο από την εθνικότητά του. Είναι αλμπίνος.
Και ήταν εκεί, στον καφενέ, με ένα τσιγάρο στο ένα χέρι και μια μπύρα στο άλλο, να βλέπει προς το χασαπιό και να σκέφτεται.
-"Γιωργάρα τι γίνεται; Αν δεν σε έβλεπα δεν θα καθόμουν. Ήταν ο παππούς μου κρυωμένος και καθυστέρησα πάνω", του είπα, προσπαθώντας να αντισταθμίσω το ότι δεν τήρησα τον λόγο μου με την ειλικρίνειά μου.
-"Που είσαι ρε φίλε εσύ; Μείνε να φέρω δυο μπύρες". Επέστρεψε φέρνοντας όχι μόνο τις μπύρες αλλά και τη σκιά που εξακολουθούσε να καλύπτει το πρόσωπό του.
-"Είχες κανένα νέο ρε Γιώργο;"
-"Τα ίδια ρε φίλε. Περιμένω να μου πουν τη Δευτέρα για νέα. Σήμερα όμως ξανανέβασε πυρετό μετά από μια βδομάδα. Σήμερα που μιλήσαμε μου είπε για πρώτη φορά ότι πονάει".
-"Γιώργο πιστεύω ότι όλα θα παν καλά. Κανένας δεν πέθανε από αυτό το πράγμα. Απλά την παρακολουθούν ώστε να αποφύγουν την εγχείρηση".
-"Εγώ τους ζήτησα να αποφύγουν την εγχείρηση! Αν την εγχειρήσουν θα της κάνουν μια τομή από το στέρνο μέχρι την κοιλιά", ενώ παράλληλα μου έδειχνε τα σημεία για να καταλάβω την έκταση του προβλήματος. "Δεν πρέπει, είναι τεσσάρων χρονών μωρό. Αλλά από τότε που γεννήθηκε..."
-"Μην νοιάζεσαι, όλα θα φτιάξουν. Απλά είναι μια δυσκολία τώρα και πρέπει να φανείς δυνατός".
-"Έχω περάσει πολλά δύσκολα, αλλά ποτέ όσο τώρα. Δεν έχω δουλειά. Σήμερα δεν δούλεψα, αύριο δεν ξερω αν θα δουλέψω. Ξέρεις πόσες φορές μου είπαν αύριο να με περιμένεις στο τάδε μέρος και γω περίμενα σα βλάκας για ένα μεροκάματο χωρίς να εμφανιστεί κανένας;". Σώπασε για λίγο, και συνέχισε: "Με πήρε η μάνα μου πριν τηλέφωνο και έκλεγε όπως τα μωρά. Έκλεγε αυτή, έκλεγα και γω. Ευτυχώς που ήμουνα σε ένα μέρος μακριά και μπορούσα τουλάχιστον να κλάψω με την ησυχία μου".
Σε αυτό το σημείο είδα τα μάτια του να γυαλίζουν, να πετούν φλόγες. Είχε γίνει κατακόκκινος. Ακόμα δεν ξέρω αν ήταν από τις μπύρες ή από τις σκέψεις του. Μάλλον όμως ήταν και από τα δύο.
Έπεσα σε περισυλλογή. Έβλεπα το τσιγάρο να καίγεται και σε μια στιγμή πέρασαν χίλιες αναμνήσεις από το μυαλό μου. Δεν ήταν εικόνες. Τώρα που το σκέφτομαι, μια ανάμνηση είναι μια αίσθηση. Μια γεύση. Αυτό μένει από τη ζωή μας. Οι γεύσεις.
Έψαχνα λόγια να του πω, αλλά τι να του πείς. Να μην στεναχωριέται; Να μην το σκέφτεται; Δεν γίνεται. Ευτυχώς, τη σιωπή την έσπασε ξανά εκείνος.
-" Έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ με λιοντάρια τις προάλλες. Ξέρεις κάτι; Αυτά δεν έχουν κακία. Ο άνθρωπος είναι το πιο άγριο λιοντάρι, το χειρότερο ζώο. Και όμως, έχει την ελπίδα. Γιατί υπάρχει αυτό το ψέμμα; Για να πονάμε περισσότερο; Να βλέπεις τεσσάρων χρονών παιδί που ο Χάρος ούτε το παίρνει, ούτε το αφήνει. Που είναι ο Θεός; Κάποιος μου είπε ότι έχει απογοητευτεί από τον Θεό. Ξέρεις τι του είπα; Να μην πιστεύει ούτε να απογοητεύεται από πράγματα που δεν υπάρχουν".
Ήξερα ότι ο Γιώργος είναι διαβασμένος, το είχα καταλάβει. Όμως απόψε το πήγε πολύ μακριά. Λέει ότι έχει σπουδάσει δημοσιογραφία. Ε λοιπόν, απόψε τον πίστεψα.
-"Με τη δημοσιογραφία γιατί δεν κάνεις τίποτα ρε Γιώργο; Τι κάθεσαι εδώ και τυραννιέσαι στα χωράφια; Ξέρεις χίλια δυο πράγματα".
-Τη δημοσιογραφία τη σιχάθηκα. Ό,τι βλέπεις, ό,τι ακούς στην τηλεόραση είναι ψέμματα. ΨΕΜ-ΜΑ-ΤΑ, το καταλαβαίνεις; Τους μαθαίνουν να λένε ψέμματα. Δεν ασχολούνται με τα πραγματικά προβλήματα. Σε βάζουν να λες ψέμματα. Εγώ αυτό δεν μπορώ να το κάνω. Αν είχα λεφτά, θα άνοιγα έναν ραδιοφωνικό σταθμό. Να έλεγα αλήθειες. Και ας μην κέρδιζα τίποτα. Αλλά εδώ υπάρχει τόσος ρατσισμός. Αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Το γιατί δεν μπόρεσα να το καταλάβω ποτέ".
Τα όνειρα, σκέφτηκα, τελικά είναι δικαίωμα του καθενός. Είναι πηγή ζωής. Αλήθεια, τι θα ήμασταν χωρίς τα όνειρά μας; Νομίζω πως ζούμε για να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα. Να παίρνουμε μια ιδέα από τον κόσμο των ονείρων (και δυο και τρεις, ευτυχώς δεν έχουν τιμή) και να την πλάθουμε στον κόσμο μας. Αυτός είναι ο σκοπός μας. Και αν δεν τα καταφέρουμε, αν κάπου αποτύχουμε, σίγουρα αξίζει να προσπαθούμε. Με δύναμη, με περηφάνια. Χωρίς κακία. Όπως τα λιοντάρια στο ντοκιμαντέρ.
-"Ξέρεις τι φοβάμαι; Τι είναι το χειρότερο; Τώρα που θα μείνω μόνος μου. Και θα σκέφτομαι, θα σκέφτομαι, χωρίς να μπορώ να κάνω τίποτα. Αν με το να δώσω την καρδιά μου γινόταν καλά, θα την έδινα ευχαρίστως. Δεν με πειράζει να πεθάνω για το παιδί μου, ίσα ίσα. Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Νιώθω εντελώς άχρηστος".
-"Δεν είναι έτσι, απλά είσαι φορτισμένος τώρα. Είμαι σίγουρος ότι αύριο θα ξημερώσει καινούργια μέρα. Αύριο όλα θα είναι αλλιώς. Το πιστεύω και στο λέω. Πίστεψέ το και συ. Και όταν σε ξαναδώ θα πιούμε ρακί στον ίδιο καφενέ και θα γελάμε".
Χαιρετηθήκαμε με μια χειραψία δυνατή, ένα χτύπημα στον ώμο και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Έβλεπα το Γιώργο να κοιτάει τα αστέρια καθώς χανόταν μεσα στις σκιές, στα καλντερίμια του χωριού. Κοίταγε τα αστέρια...Όλοι μας κοιτάμε τα αστέρια όταν απογοητευόμαστε. Όλοι έχουμε το δικαίωμα. Να κοιτάμε ψηλά προς το ανώτερο, το άγνωστο, το άφταστο.

Χτες μίλησα με τη γιαγιά μου. Τη ρώτησα για το Γιώργο.
-"Μια χαρά είναι, ανανεωμένος! Μου είπε να σου δώσω πολλά χαιρετίσματα!".
-"Με το μωρό του του τι έγινε;"
-Καλά λέει είναι, μην ανησυχείς! Το έβγαλαν απ' το νοσοκομείο! Όλα καλά!".
Η γιαγιά μου μιλάει με χρώματα. Ό,τι μου είπε ήταν με πολύ ζεστασιά, με χαμόγελο. Ήταν αλήθεια. Πολύ χάρηκα. Τελικά, η καινούργια μέρα είχε ξημερώσει. Μένει να πιούμε αυτό το ρακί, ξέγνοιαστα και χαρούμενα, μόλις γυρίσω.

Να κοιτάτε και σεις τ' αστέρια, όπως το Γιώργο. Τις άλλες κοσμικές πολιτείες. Αυτά ξέρουν. Αυτά έχουν τις απαντήσεις, αφού ο ουρανός του Κόσμου είναι ο ουρανός της Ψυχής μας. Καλή σας νύχτα.

Αφιερωμένο στη φίλη μου τη Δήμητρα



Τρίτη, Απριλίου 21

Φωτογραφίες..



"Τελικά λέγω, αυτό που απουμέν' είναι μουνάχα οι φωτογραφίες"...

Αυτό άκουσα την γιαγιά μου να λέει, μέσα από μια πύρινη φάτσα, λόγια φτιαγμένα από κλάμα και όχι από σάλιο. Τελικά, μόνο οι φωτογραφίες απομένουν.
Μίλαγε για κάποιον γνωστό της, άνθρωπο νέο που ταλαιπωρείται από ένα πρόβλημα υγείας, όπως τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας.
Έναν άνθρωπο του χωριού, που βλέποντας το τέλος του, την φλόγα του να τρεμοπαίζει, λύγισε, προσπάθησε να κρατηθεί από αυτά που του έχουν απομείνει, ένα οικογενειακό φιλί, μια αγκαλιά, μια χειραψία, ένα "μη νοιάζεσαι ρε Δημητρό, όλα θα φτιάξουν", μια προσευχή ανακατεμένη με λυγμούς μπροστά στον επιτάφιο, ένα τάμα...Όπως τόσοι άνθρωποι στις μέρες μας.
Πιότερο όμως νομίζω, έτσι όπως είδα το ύφος της, ότι έκλαψε για τον εαυτό της. Είμαι σίγουρος ότι αυτή η φράση δεν ήταν ορφανή. Το κούνημα του κεφαλιού της, αυτό της αποδοχής και του δέους, μαρτυρούσε αναμνήσεις. Όλων των προσώπων που έχασε, των στιγμών που έζησε και έγιναν και αυτές με τη σειρά τους φωτογραφίες στο μυστήριο φιλμ του μυαλού, της ζωής της που θα αφήσει πίσω όταν θα έρθει το πλοίο για τον άλλο κόσμο...Αυτό που έρχεται χωρίς να σε ρωτήσει ούτε το πότε, παίρνοντας μαζί του ό,τι είσαι και ό,τι θα μπορούσες να είχες γίνει. Ναι, αυτή η φράση δεν ήταν ορφανή. Γεννήθηκε από τη νοσταλγία για το χθες και το φόβο για το αύριο.
Γεννιόμαστε εδώ, θαρρείς και δανεικοί, σε έναν κόσμο που υπήρχε πριν από μας αιώνες και θα υπάρχει πολύ μετά από μας, χωρίς να προλάβουμε να τον δούμε να αλλάζει σημαντικά, γιατί τα χρόνια μας είναι λίγα. Σε μια γη που την αγαπήσαμε, την αγκαλιάσαμε, την περπατήσαμε, την μυρίσαμε, που την ποτίσαμε αίμα και δάκρυ κάποτε, που έχει κάτι από μας, εμάς που στο τέλος θα γίνουμε ένα με αυτή και το μόνο που θα έχει απομείνει θα είναι οι φωτογραφίες, όπως πολλών ανθρώπων, σε όλες τις μέρες.
Και γω την έβλεπα την γιαγιά μου με δέος. Όχι επειδή είναι μορφωμένη, αλλά επειδή έλεγε κάτι βγαλμένο από την ψυχή της. Κάτι τόσο ανθρώπινο που υποδεικνύει την θέληση για τη ζωή και την υποταγή στο πανάρχαιο ένστικτο του ανθρώπου, αυτό της αυτοσυντήρησης και της άρνησης του θανάτου. Πώς εμείς οι άνθρωποι, τελείες στο σύνθετο πλέγμα του απείρου έχουμε τόσα συναισθήματα, τόσο δυνατή θέληση να παραμείνουμε στη ζωή πριν προλάβουμε καν να την γνωρίσουμε; Τι είναι αυτό αν δεν είναι ένστικτο;
Και αν είναι ένστικτο, ποιος είναι αυτός που φύτεψε αυτόν τον σπόρο στην ψυχή μας; Κάποιος που θέλει να μας βλέπει να βασανιζόμαστε, ή κάποιος που μας έδωσε ένα εφόδιο, που μας έδειξε το δρόμο για το τι πραγματικά είμαστε; Είμαστε πράγματι μόνο μελλοντικές φωτογραφίες; Μέσα μας το δεχόμαστε; Εσύ το δέχεσαι;

Σήμερα, μια μέρα μετά βγήκαμε βόλτα με την παρέα σε ένα όμορφο ταβερνάκι. Είχε στους τοίχους φωτογραφίες από την όμορφη πόλη μας, έτσι όπως εμείς δεν την είχαμε γνωρίσει ποτέ.
-"Κοίτα ρε φίλε πως ήταν παλιά τα τσαμάκια..."
-"Ναι, και μένα ο πατέρας μου μού είπε πως όταν ήταν μικρός κάναν μπάνιο μπροστά από κει που είναι τώρα ο Βερόπουλος.."
-Ναι ρε, εμένα ο παππούς μου πρόλαβε το γήπεδο όταν ήταν αλάνα ακόμα, και ολόκληρη η Χρυσομαλλούσα ήταν περβόλια..."
Τα χώματα που περπατάμε τα αφουγκραζόμαστε εμείς μόνο, αύριο θα είναι εικόνες για άλλα μαγαζιά που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ. Θα έχουν απομείνει μονάχα οι φωτογραφίες. Αυτές με τα όμορφα σοκάκια που κάναμε χαζομάρες όταν ήμασταν μικροί, τις άχτιστες παραλίες που φτιάχναμε καστράκια, θέλοντας να κλείσουμε για πάντα μέσα τους τη στιγμή μας, τα όνειρά μας.
Και όλα πια θα έχουν μετουσιωθεί σε φωτογραφίες, ακόμα και μεις, και όλοι θα μας βλέπουν από το μετά, χωρίς να ξέρουν, χωρίς να ξέρουν τι ζήσαμε παρέα με τα χώματα που πατάνε αυτοί τώρα και που τα βλέπουν άψυχα στο παρελθόν. Και όλοι θα θέλανε να μάθουν τι όνειρο είχε κλεισμένο αυτό το καστράκι, πριν το πάρει η θάλασσα μαζί με την άμμο, την ώρα που έγινε φωτογραφία....Όλοι θα θέλουν, αλλά κανείς δεν ήταν εκεί για να το ξέρει...

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 11

Infinite Dreams...


Συγχωρέστε με για αυτήν την απρόσκλητη επίσκεψη. Δεν θα ενοχλήσω, ειλικρινά. Απλά ήθελα να μιλήσω λίγο. Ακούω όμορφη μουσική και ένιωσα την ανάγκη να καταθέσω αυτά που νιώθω, ό,τι δηλαδή με κάνει ζωντανό.

Ζωή, ή αλλιώς κίνηση. Κίνηση στον κόσμο της ύλης, της έμπνευσης, της σκέψης, των ονείρων. Ζούμε σε πολλούς κόσμους παράλληλα. Αλήθεια, ποια ήταν η τελευταία φορά που πιάσατε τον εαυτό σας να σκέφτεται μέσα σε όνειρο ή να ονειρεύεται με τα μάτια της σκέψης…;

Ακούω ένα τραγούδι τώρα. Λέγεται “Images”. Λένε πως μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις. Το τραγούδι αυτό δεν έχει καμία. Είναι μόνο μουσική, παρόλα αυτά ο τίτλος τού είναι τόσο ταιριαστός…

Βγαίνω έξω. Ο ήλιος δύει. Χορεύει με τον ουρανό και τα σύννεφα την μελωδία του ηλιοβασιλέματος. Ο χορός αυτός είναι τα χρώματα. Είμαστε τόσο τυχεροί που ζούμε σε έναν κόσμο χρωμάτων!

Νιώθω το άπειρο του χώρου και του χρόνου. Κάτι που αναδεικνύει τη δική μου μικρότητα. Αισθάνομαι όπως ακριβώς αισθάνεται μια σταγόνα του Ειρηνικού Ωκεανού, ένας κόκκος άμμου της Σαχάρας.

Κάποιος μεγάλος είχε πει κάποτε πως είμαστε ψίχουλα. Ψίχ-ουλα, δηλαδή “Ψιχία” του “Όλον”. Ενός Όλον ζωντανού, που υπήρχε και θα υπάρχει μετά από μένα, μετά από όλους εμάς. Είμαστε ψυχές της μεγάλης ψυχής του Κόσμου. Στ’ αλήθεια, δεν είναι θαυμαστή σκέψη αυτή; Σε κάνει να αισθάνεσαι πως πάντα ανήκεις κάπου, πως ποτέ δεν είσαι μόνος.

Μακάρι να ξέρατε πως νιώθω τώρα φίλοι μου. Φίλοι όλου του κόσμου, όλης της ύπαρξης. Μου έρχονται στο μυαλό λέξεις ενός τραγουδιού που αντηχούν φρέσκες σε κάθε εποχή:



“When you can’t find the words to say

It’s hard to make it through another day

And it makes me wanna cry

And throw my hands up to the sky”



Θέλω μέσα σε αυτές τις σελίδες να κλείσω τα πάντα. Να πετάξω και εγώ τα χέρια μου στον ουρανό, και να σας δείξω όλα όσα έχει δει το πιο φωτεινό αστέρι, τόσους αιώνες, από τόσο ψηλά. Όλα τα συμβάντα που έζησαν άλλοι πριν από μας, όλες τις γεννήσεις και μελωδίες, όλους τους ανθρώπους που προσπάθησαν να το φτάσουν, όλα τα αδέρφια του που πέφτοντας έγιναν ευχές, όλα τα έργα, όλα τα ανείπωτα μυστικά, όλες τις αθανασίες, όλα αυτά που δεν έγιναν ακόμα, όλα αυτά που είδε και θα θυμάται για πάντα, όλα όσα θα δει όταν πεθάνει και αυτό και θα είναι πια μικρό σαν μια μπάλα του γκολφ. Θέλω να κλείσω όλη αυτήν την άπειρη σκυταλοδρομία, όλο το παρελθόν, όλο το μέλλον καθώς και το παιδί τους που γεννιέται συνεχώς, το παρόν.

Ένα παρόν που το υποδέχομαι γράφοντας όλα αυτά, ενώ εσείς ζείτε το δικό σας άσχετο παρόν, μέχρι που θα έρθει το μέλλον (το τότε παρόν δηλαδή) για να διαβάσετε αυτό το κείμενο που τότε θα είναι πια γραμμένο στο παρελθόν.

Γράφω με τόση μανία που θέλω να καταπιώ τις σελίδες αυτού του τετραδίου και άλλων τετραδίων, όλων των τετραδίων του κόσμου, ώστε να καταθέσω την ιστορία του. Γράφω πολύ αργά όμως. Μακάρι φίλοι μου να μπορούσα να γράψω με την ταχύτητα της σκέψης. Είναι πιο γρήγορη και από αυτή του φωτός.

Αλήθεια σας λέω, μη γελάτε. Ακόμη και η ταχύτητα του φωτός εξαρτάται από τη διαδρομή και όχι από την αρχική και τελική θέση. Μια διαδρομή εκτελεί και το φως, μόνο που το κάνει πάρα πολύ γρήγορα.

Η σκέψη μας όμως, η έμπνευση, αυτά είναι σημειακές υπάρξεις στο άπειρο. Ζωντανοί οργανισμοί που εξελίσσονται, αρκεί να τους δώσεις λίγη τροφή.

Ταξιδεύω στο παρελθόν, στην Αιολική Γη του Αϊβαλιού που περιγράφει ο Ηλίας Βενέζης. Ένας ντόπιος κυνηγός κόβει με το όπλο του ένα όμορφο τριαντάφυλλο για να το χαρίσει στην κοπέλα που ερωτεύτηκε. Εικόνα διαλεγμένη από τις αναμνήσεις του φωτεινού αστεριού, που δεν θα ξεχάσω ποτέ.

Τώρα πετάχτηκα μια βόλτα απέναντι, στην όμορφη Μυτιλήνη του παρόντος. Στέκομαι στην Παναγία την Γοργόνα και βλέπω έναν ντόπιο ψαρά να ανοίγεται με την βαρκούλα του, να γίνεται ένα με το άπειρο της θάλασσας. Αυτός δεν το ξέρει. Είναι αργά και κοιμάται. Βλέπει όνειρο πως χαιρετάει έναν άγνωστο νεαρό, που στέκεται στην εκκλησιά και του γνέφει φιλικά…

Η σκέψη μας δεν εξαρτάται από καμία διαδρομή, δεν έχει πορεία, δεν έχει συντεταγμένες. Όπως την ενέργεια, εξαρτάται μόνο από την αρχική και τελική θέση. Είναι μια εντροπία που δεν υπακούει σε κανόνες, μόνο αυξάνεται άναρχα με την αύξηση της θερμοκρασίας του μυαλού. Και το μυαλό μας φίλοι μου, ο νους μας, μπορεί να γίνει πιο καυτός, πιο φωτεινός και από χίλιους ήλιους…

Αισθάνομαι πολύ όμορφα που μίλησα. Και ακόμα πιο ωραία που με ακούσατε, αν και δεν ξέρετε τίποτα για όλα αυτά τώρα που γράφω τούτο το γράμμα.

Τώρα που το σκέφτομαι, δεν κατάφερα τελικά να κλείσω και να σας δώσω τον Κόσμο. Διότι ο Κόσμος είναι λέξεις πολλές, λέξεις ανείπωτες, λέξεις ξεχασμένες, λέξεις που πονάνε, λέξεις που χαρίζουν ελπίδα, λέξεις όμορφες, λέξεις περιγραφικές. Πώς να χωρέσεις σε δυο σελίδες όλα τα λεγόμενα της ύπαρξης;

Όμως, αν ακόμα αισθάνεστε την ανάγκη να απαντήστε, αν στ’ αλήθεια θες να απαντήσεις, τότε δώσε την απάντησή σου στην ύπαρξη, στην ζωή.

Βγες, φύγε μακριά από αυτό το τετράδιο, θυμήσου ποιος ή ποια είσαι. Γίνε άμμος της Σαχάρας, να ατενίζεις τα σύννεφα, να τραγουδάς με τον άνεμο και να σχηματίζεις μαζί του αυτά τα μαγευτικά ερημικά τοπία. Γίνε σταγόνα του Ειρηνικού Ωκεανού, του πιο πολεμοχαρή ωκεανού της Γης, που κρύβει μέσα του τόσα μυστήρια και θαυμαστά πράγματα...

Είναι πια η σειρά σου γράψεις τις δικές σου λέξεις στο μεγάλο οικουμενικό Βιβλίο του Κόσμου. Να τρέξεις πιο γρήγορα από το φως, να λάμψεις πιο λαμπερά από χίλιους ήλιους. Μόνο πρόσεξε, μην τρομάξεις όταν δεν θα υπάρχει η σκιά σου. Θα είσαι κάτι άλλο πια…